MASTERS OF WINE-ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΜΕΤΑ
08 May 2014

''H περιήγηση στον –λίγο πολύ άγνωστο σε όλους εμάς–ελληνικό αμπελώνα, μας επιφύλασσε πολλές ευχάριστες εκπλήξεις. Τα περισσότερα από τα κρασιά που δοκιμάσαμε διακρίθηκαν για την κομψότητα, τη φρεσκάδα και τον μοναδικό χαρακτήρα τους, ο οποίος αντανακλά τη ζωντάνια και τον δυναμισμό των ίδιων των οινοποιών. Πρόκειται για υπέροχους ανθρώπους που δείχνουν να απολαμβάνουν την περιπέτεια της ανακάλυψης των μεγάλων δυνατοτήτων που έχει το ελληνικό κρασί. Αξίζει να παρακολουθήσουμε την προσπάθειά τους και να την κάνουμε ευρύτερα γνωστή στο διεθνές οινόφιλο κοινό.'' 

Ο Jean-Michel Valette MW, ο οποίος ανέλαβε πέρυσι την προεδρία του Ινστιτούτου των Masters of Wine (IMW), δεν είναι ασφαλώς ο πρώτος μεγαλοπαράγοντας της παγκόσμιας οινικής αγοράς που πλέκει δημοσίως το εγκώμιο των ελληνικών κρασιών – ας όψεται ο σεφαραδίτης οινέμπορος Yasef Nassi (Ιωσήφ Νάσι, 1524-1579) και τα κατάστιχά του που γράφτηκαν το 1550. Ούτε βέβαια ο πιο δημοφιλής εάν αναλογιστούμε πόσο συχνά επικαλούμαστε στην Ελλάδα την Jancis Robinson MW ή τον Robert Parker. Ενδεχομένως, όμως, να είναι ο μοναδικός μέχρι τώρα που όχι απλώς μνημόνευσε αλλά πολύ περισσότερο προέταξε τη σημασία που οφείλουν να έχουν η οινική κουλτούρα αλλά και η στάση ζωής κάθε παραγωγού στη διαμόρφωση της ταυτότητας των κρασιών του, υπενθυμίζοντας έτσι ότι το περίφημο terroir δεν προσδιορίζεται μόνο από τις εδαφολογικές και τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν σε μια περιοχή αλλά συνολικά από το τρίπτυχο σταφύλι-τόπος-άνθρωπος. Αυτή, άλλωστε, η ανθρωποκεντρική αντίληψη γύρω από την παραγωγή του κρασιού, όπως και η ολιστική προσέγγιση του οινικού κλάδου (από την αμπελουργία και την οινοποίηση ως την ετικετογράφηση και την εμπορική διάθεση) συνιστούν τον πυρήνα της φιλοσοφίας που διέπει διαχρονικά το IMW.

''Από την ίδρυσή του στο Λονδίνο, το 1953, το Ινστιτούτο έχει ως αποστολή να καλλιεργεί τη συνεργασία μεταξύ των μελών της παγκόσμιας οινικής κοινότητας και να προάγει τη μάθηση κυρίως μέσα από τα προγράμματα σπουδών του εκπαιδευτικού οργανισμού Wine & Spirits Educational Trust (WSET). Πολλοί θεωρούν ότι το IMW αντιπροσωπεύει τη διανόηση του κρασιού. Το μόνο βέβαιο είναι πως για να κερδίσει κάποιος τον επίζηλο τίτλο του Master of Wine θα πρέπει να διαθέτει σφαιρική γνώση του παγκόσμιου αμπελώνα και της διεθνούς οινικής αγοράς. Πέρα από την ικανότητά του να αξιολογεί κάθε κρασί που δοκιμάζει, οφείλει επίσης να κατέχει σε βάθος μία ευρύτατη γκάμα θεμάτων, από τις καλλιεργητικές πρακτικές ως τις στρατηγικές του marketing. Γι’ αυτό άλλωστε το IMW διαθέτει μόλις 304 μέλη, αφού μόνο το 6% όσων διεκδικούν κάθε χρόνο την εισαγωγή τους περνά με επιτυχία τις σχετικές εξετάσεις'', εξηγεί ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης MW. Τον περασμένο Απρίλιο, όταν ανέλαβε να ξεναγήσει στους αμπελώνες της Νεμέας, της Σαντορίνης, της Νάουσας και του Αμύνταιου, τον πρόεδρο και είκοσι μέλη του Ινστιτούτου που προσκλήθηκαν στη χώρα μας από τον Οργανισμό Εξαγωγικού Εμπορίου (ΟΠΕ) και τη Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου & Οίνου (ΕΔΟΑΟ), είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει πόσα λίγα εξακολουθούν να γνωρίζουν για το ελληνικό κρασί ακόμη και οι πιο έμπειροι οινογνώστες ανά την υφήλιο, αλλά και πόσο πρόθυμοι είναι να εντρυφήσουν στα μυστικά του.

IMG_0997 (800x600)

''Και μόνο το γεγονός ότι ένας φορέας υψηλού κύρους όπως το IMW επέλεξε την παρούσα χρονική συγκυρία για να πραγματοποιήσει την πρώτη του επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα έπειτα από εξήντα χρόνια αδιάλειπτης δράσης, αποδεικνύει το ενδιαφέρον που υπάρχει πλέον στο εξωτερικό για τις μοναδικές ποικιλίες και τα ποιοτικά κρασιά μας. Μέσα σε ένα επταήμερο γεμάτο ταξίδια, γαστρονομικά γεύματα και θεματικές γευσιγνωσίες όπου δοκιμάστηκαν 350 και πλέον ετικέτες από όλες τις αμπελο-οινικές ζώνες, μπορέσαμε να παρουσιάσουμε τη νέα ταυτότητα των επώνυμων ελληνικών οίνων σε καταξιωμένους επαγγελματίες που κατέχουν θέσεις-κλειδιά σε όλο το εύρος της οινικής βιομηχανίας. Είτε είναι αγοραστές σε αλυσίδες λιανικής είτε διαμορφωτές της κοινής γνώμης, το σίγουρο είναι πως ο λόγος τους μετράει στις ώριμες αγορές των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ολλανδίας, καθώς και σε περιοχές όπως η Άπω Ανατολή και η Αυστραλασία που παραδοσιακά συνδέονται με τους λονδρέζικους ή τους καλιφορνέζικους εμπορικούς οίκους. Πέρα όμως από τις όποιες εξαγωγικές συμφωνίες μπορεί να προκύψουν από αυτό το ταξίδι, πολύ πιο σημαντικά θα αποδειχθούν τα μακροπρόθεσμα οφέλη για το ελληνικό κρασί, το οποίο απέκτησε νέους ισχυρούς φίλους και μία γερή ώθηση ώστε να μπει ακόμη πιο δυναμικά στον παγκόσμιο οινικό χάρτη», υποστηρίζει ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης MW.

''Ενδεχομένως, βέβαια, η πολυτιμότερη παρακαταθήκη από την επίσκεψη του Ινστιτούτου να είναι η κατάκτηση ενός νέου επιπέδου αυτογνωσίας, καθώς «μάθαμε από πρώτο χέρι πώς βλέπουν εμάς και τα κρασιά μας κάποιοι άνθρωποι κύρους στο εξωτερικό. Τα σχόλια των Μasters of Wine –ειδικά αυτά που μας πλήγωσαν– θα πρέπει να αποτελέσουν τροφή για συζήτηση αναφορικά με το μέλλον του ελληνικού κρασιού εντός και εκτός των συνόρων''

''H αίσθηση που υπήρχε για πολλά χρόνια ακόμη και μεταξύ των επαγγελματιών του κρασιού στις ΗΠΑ, ήταν πως η ελληνική οινοπαραγωγή περιορίζεται στη ρετσίνα, η οποία όμως δεν έτυχε ποτέ ιδιαίτερης εκτίμησης από το οινόφιλο κοινό. Πλέον, η αντίληψη αυτή έχει αρχίσει να αλλάζει, καθώς ολοένα περισσότεροι καταναλωτές, οινέμποροι και οινοχόοι έρχονται σε επαφή με τα σύγχρονα ελληνικά κρασιά που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με ό,τι είχαμε δοκιμάσει στο παρελθόν. Ορισμένα, μάλιστα, τολμώ να πω ότι συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων στον κόσμο'', εκτιμά η Mary Ewing-Mulligan MW.  Η Αμερικανίδα οινογράφος και wine-educator αποδίδει τα εύσημα για τη συγκεκριμένη εξέλιξη στις νεότερες γενιές των Ελλήνων οινολόγων που εδώ και τριάντα χρόνια εργάζονται συστηματικά προκειμένου να προσαρμόσουν στην ελληνική πραγματικότητα όσα αποκόμισαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους σε φημισμένα πανεπιστήμια του εξωτερικού.

''Εγκαταλείποντας το ρουστίκ στιλ οινοποίησης, οι παραγωγοί κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ελκυστικά, μοντέρνα κρασιά με πολύ μεγάλη αρωματική καθαρότητα και ισορροπία, χωρίς προβλήματα οξείδωσης ή έντονο βαρέλι. Ειδικά τα λευκά κρασιά διακρίνονται για την υπέροχη φρεσκάδα και τον αρωματικό πλούτο τους και δεν χρειάζεται καν να έρθουν σε επαφή με το ξύλο για να αποκτήσουν κάποιον ιδιαίτερο χαρακτήρα. Αλλά και μεταξύ των ερυθρών οίνων υπάρχουν αρκετά εξαιρετικά δείγματα από ποικιλίες που παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό. Προσωπικά, εντυπωσιάστηκα από τον πολυδυναμικό χαρακτήρα του Αγιωργίτικου που –όπως και το Syrah– μπορεί να προσφέρει μεγάλη γκάμα από κόκκινα και ροζέ κρασιά'', διαπιστώνει ο Joel Butler MW. Για τον βετεράνο Αμερικανό MW, το νέο και άκρως γοητευτικό ύφος των ελληνικών κρασιών δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της εφαρμογής των διεθνώς αναγνωρισμένων οινολογικών πρακτικών όσο κυρίως της επένδυσης στο ιθαγενές σταφυλικό δυναμικό: ''Οι περισσότερες γηγενείς ποικιλίες είναι ιδιαιτέρως αρωματικές και εντελώς διαφορετικές από ό,τι γνωρίζουν οι οινόφιλοι στις ΗΠΑ. Αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα είναι το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ελληνικών κρασιών στην παγκόσμια αγορά''.

Σύμφωνα με τον Ολλανδό σύμβουλο οίνου Cees van Casteren MW, η μοναδικότητα της πρώτης ύλης είναι εκείνη που προσδίδει στα ελληνικά κρασιά ένα βασικό τους γνώρισμα: την αυθεντικότητα. ''Ακόμη και οι πιο έμπειροι γευσιγνώστες ενθουσιάζονται μόλις δοκιμάσουν κάτι τόσο μοναδικό όσο, για παράδειγμα, ένα Ασύρτικο από τη Σαντορίνη. Χάρη στη φρεσκάδα, την πολυπλοκότητα και τη συμπύκνωσή του –στοιχεία που ισορροπούν το συχνά γενναιόδωρο αλκοόλ– μπορεί να εντυπωσιάσει τους πάντες''. Για τον Βρετανό πολυπράγμονα John Downes MW, ''το Ασύρτικο μπορεί να λειτουργήσει ως πολιορκητικός κριός για τη δυναμική είσοδο της Ελλάδας στο διεθνές οινικό στερέωμα με τον ίδιο τρόπο που λειτούργησε το Sauvignon Blanc για τη Νέα Ζηλανδία, το Grüner Veltiner για την Αυστρία ή το Malbec για την Αργεντινή. Υπάρχουν όμως και άλλες, λιγότερο δημοφιλείς ποικιλίες όπως ας πούμε το Λημνιό με τον απολαυστικό χαρακτήρα που θυμίζει Pinot Noir ή το Σαββατιανό που παλαιώνει εξαιρετικά''

''Οι Έλληνες παραγωγοί έχουν κάθε λόγο να καυχιούνται για τις γηγενείς ποικιλίες που προσδίδουν στα κρασιά τους ξεχωριστή ταυτότητα και μοναδικό χαρακτήρα'', παραδέχεται η Susan Hulme MW η οποία ασχολείται με την οινική εκπαίδευση επαγγελματικών στελεχών στη Βρετανία. ''Προκειμένου, όμως, να καταστεί εμπορικό ένα κρασί οφείλει πρώτα απ’ όλα να έχει ευχάριστη γεύση, δηλαδή να ανταποκρίνεται στα γευστικά πρότυπα του κοινού στο οποίο απευθύνεται. Τα περισσότερα λευκά κρασιά –όπως οι Μαλαγουζιές με τα υπέροχα στοιχεία φυτικότητας που παραπέμπουν στο στιλ του Sauvignon Blanc– τα καταφέρνουν και με το παραπάνω. Αντιθέτως, πολλοί οινόφιλοι στην Ευρώπη ή την Αμερική θα έβρισκαν τα Ξινόμαυρα υπερβολικά ταννικά. Ακόμη και τα Αγιωργίτικα είναι σε κάποιες περιπτώσεις πολύ πράσινα και φυτικά. Επειδή είχα το προνόμιο να απολαύσω και ορισμένα εξαιρετικής ποιότητας παλαιωμένα δείγματα, θεωρώ ότι χρειάζεται ακόμη αρκετή δουλειά με τις ερυθρές ποικιλίες αναφορικά με την κλωνική επιλογή, την ενδεχόμενη πρωιμότητα του τρύγου και την επίτευξη καλύτερης φαινολικής ωρίμασης. Κατά τη γνώμη μου, οι οινοποιοί δεν πρέπει να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά στα ενδημικά σταφύλια, τουλάχιστον για τις ετικέτες που προορίζονται για εξαγωγή. Το μπλεντάρισμα με κοσμοπολίτικες ποικιλίες θα βοηθήσει τον μέσο καταναλωτή στο εξωτερικό να εκτιμήσει περισσότερο το ελληνικό κρασί. Άλλωστε, οι πιο δημοφιλείς ξενικές ποικιλίες έχουν προσαρμοστεί άριστα στην Ελλάδα και δίνουν σπουδαία δείγματα οινοποίησης. Δεν σας κρύβω ότι ανάμεσα στα καλύτερα κρασιά που δοκίμασα σ’ αυτό το ταξίδι συγκαταλέγεται και ένα Syrah''

IMG_0942 (800x600)

Φυσικά, δεν συμμερίζονται όλοι οι Masters of Wine την ίδια άποψη ως προς τη συνδρομή των λεγόμενων βελτιωτικών ποικιλιών. Ακόμη όμως και οι υπέρμαχοι της αυθεντικής μονοποικιλιακής έκφρασης των γηγενών σταφυλιών, αναγνωρίζουν ότι χρειάζεται πολύ προσεκτική διαχείριση της πρώτης ύλης για να προκύψει ένα πραγματικά σπουδαίο κόκκινο κρασί χωρίς επιθετικές ταννίνες, πλαδαρό σώμα ή υπερβολικά έντονο βαρέλι. ''Τα περισσότερα Αγιωργίτικα που δοκιμάσαμε –ιδίως εκείνα με το μοντέρνο φρουτώδες ύφος– ήταν εξαιρετικά! Λίγα ήταν εκείνα που καταδυναστεύονταν από τις πολύ μεγάλες εκχυλίσεις ή το περίσσιο νέο βαρέλι. Τα Ξινόμαυρα ομολογώ ότι με προβλημάτισαν περισσότερο εξαιτίας του ταννικού σοκ που προκαλούν σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι. Έχω την αίσθηση, όμως, ότι ακολουθώντας μια πιο προσεκτική προσέγγιση ως προς την καλλιέργεια και την οινοποίηση –ώστε οι ταννίνες να γίνουν πιο ώριμες και μαλακές– το Ξινόμαυρο μπορεί να σταθεί μια χαρά από μόνο του'', υποστηρίζει ο Βρετανός Lance Foyster MW. Στην περίπτωση της ατίθασης Ποπόλκας (όπως αποκαλούν το Ξινόμαυρο στη Δυτική Μακεδονία), μόνος σύμμαχος είναι ο χρόνος.

''Είναι προνόμιο να δοκιμάζεις μία παλαιωμένη Νάουσα όπου όλα τα χαρίσματα της ποικιλίας εκφράζονται σε απόλυτη ισορροπία'', παραδέχεται η Susan Hulme MW. ''Για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα στα νεαρά κρασιά θα πρέπει κάθε παραγωγός να επιλέξει τους κατάλληλους κλώνους ώστε να εξασφαλίσει την ιδανική φαινολική ωρίμαση, κυρίως όμως να εστιάσει στην ποιότητα –όχι στην ποσότητα– και στη διαχείριση των ταννινών. Κάτι τέτοιο θα δώσει εκπληκτικά αποτελέσματα''

''H ακαταμάχητη γοητεία που ασκεί σε πολλούς οινολόγους η πρόκληση μιας εκχύλισης στην κόψη του ξυραφιού ή ο υπέρμετρος ενθουσιασμός που δείχνουν ορισμένοι παραγωγοί για το βαρέλι, δεν συνιστούν ελληνικά προνόμια. Είναι φαινόμενα γνωστά ανά την υφήλιο, τα οποία προδίδουν τον βαθμό ωριμότητας κάθε οινοποιού: όσο καλύτερα μαθαίνει τις ποικιλίες με τις οποίες δουλεύει τόσο περισσότερο βελτιώνει τη δομή και την ισορροπία των κρασιών του. Επειδή στη λευκή οινοποίηση οι Έλληνες παραγωγοί ακολούθησαν εξαρχής μία λιγότερο πληθωρική και μάλλον πιο ορθολογική προσέγγιση, τα αποτελέσματα ήδη είναι ορατά: τα περισσότερα λευκά κρασιά διακρίνονται για την κομψότητα και τη φρεσκάδα τους, κάτι εκπληκτικό εάν αναλογιστούμε τις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα'', διαπιστώνει ο Jean-Michel Valette MW. Ειδικά το Μοσχοφίλερο ήταν μία αποκάλυψη για τους Μasters of Wine, όχι μόνο επειδή είναι σε θέση να προσφέρει πολύ φινετσάτα κρασιά με τραγανή οξύτητα, αρωματικό πλούτο και δροσιστική διάθεση, αλλά κυρίως επειδή τα συγκεκριμένα κρασιά συγκεντρώνουν πολλές προοπτικές εμπορικής επιτυχίας στη διεθνή αγορά: έχουν πολύ μοντέρνο ύφος, συνετά επίπεδα αλκοόλ και ελκυστική τελική τιμή.

Από τη θητεία του ως υπεύθυνος αγορών σε μεγάλες αλυσίδες λιανικής, ο Justin Howard-Sneyd MW, γνωρίζει καλά πως ''oι ετικέτες που κοστίζουν μεταξύ 4,- και 7,- ευρώ έχουν μικρές πιθανότητες να σταδιοδρομήσουν σε έντονα ανταγωνιστικές αγορές. Πολλές ελληνικές οινοποιητικές επιχειρήσεις νομίζω ότι πρέπει να αναθεωρήσουν την τιμολογιακή πολιτική που εφαρμόζουν και να προσαρμόσουν τις τιμές των προϊόντων τους σε ένα εύρος μεταξύ 2,- και 5,- ευρώ. Είναι ο μόνος τρόπος για να γνωρίσει ο μέσος καταναλωτής στο εξωτερικό τα ποιοτικά ελληνικά κρασιά, τα οποία είναι απρόσμενα πολλά'', υποστηρίζει ο έμπειρος Βρετανός οινογνώστης. ''Το Ασύρτικο, το Μοσχοφίλερο και το Αγιωργίτικο ήταν αναμφίβολα οι κορυφαίες ποικιλίες που δοκίμασα σ’ αυτό το ταξίδι. Διαπίστωσα όμως ότι υπάρχουν κι άλλα, κρυμμένα ως τώρα διαμάντια στον ελληνικό αμπελώνα, όπως ας πούμε το Σαββατιανό, το οποίο είναι σε θέση να δώσει αξιοπρόσεκτα, τίμια κρασιά και όχι μόνο ρετσίνες όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος. Από την άλλη, βέβαια, η ποιότητα της ρετσίνας έχει αναβαθμιστεί εντυπωσιακά, μάλλον επειδή πλέον χρησιμοποιούνται πολύ καλά κρασιά βάσης. Ειδικά κάποιες μοντέρνες εκδοχές που δοκιμάσαμε ήταν απολαυστικές''.

Ο Βρετανός έμπορος οίνου Lance Foyster MW, παραδέχεται πως ''η σκέψη ορισμένων παραγωγών να μειώσουν την ποσότητα της ρητίνης είναι όντως ενδιαφέρουσα. Εξακολουθώ όμως να μην έχω την παραμικρή ιδέα για το πώς θα μπορούσα να προωθήσω στο εξωτερικό μια ρετσίνα ώστε να σημειώσει κάποια εμπορική επιτυχία''. Αν και ο Cees van Casteren MW θεωρεί ότι υπάρχουν αρκετές προοπτικές, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για τις ''μεγάλες ποιοτικές διακυμάνσεις που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων παραγωγών. Κάποιες ρετσίνες διέθεταν μεν φρεσκάδα, στερούνταν όμως φινέτσας''.

Για τη Λονδρέζα οινογράφο Beverley Blanning MW η σταθεροποίηση της ποιότητας και η καθιέρωση ενός διακριτού ύφους από κάθε παραγωγό είναι θέμα χρόνου. ''Αυτό που κρατάω από το ταξίδι είναι η διαπίστωση πως πέρα από τους καταπληκτικούς γλυκούς οίνους με τον σαγηνευτικό χαρακτήρα, η Ελλάδα έχει πλέον να επιδείξει και πολλά ιδιαιτέρως αξιόλογα ξηρά κρασιά, με υπέροχη οξύτητα και φρεσκάδα, ιδανικά για το φαγητό. Κρατώ επίσης την ανάμνηση από τη δοκιμή όλων αυτών των χαρισματικών και πολλά υποσχόμενων ποικιλιών που μας φαίνονται ακόμη αρκετά εξωτικές'': τη Λημνιώνα με την «καθαρότητα του φρούτου και τις γήινες νότες» που θύμισε στη Mary Ewing Mulligan MW την ιταλική Barbera, τη ντελικάτη Ρομπόλα, την πληθωρική Μαυροδάφνη, τα φινετσάτα Μοσχάτα, τη γλυκόπιοτη Μονεμβασιά, την τίμια Ντεμπίνα, το Λημνιό με τη μυθική καταγωγή, τη δροσιστική Βηλάνα, ''τη Μαλαγουζιά με τις πολλές παραλλαγές και το Βιδιανό με την υπέροχη βαρελάτη έκφραση'', σύμφωνα με τη Βρετανή εμπειρότατη MW, Angela Muir.

Εκείνο που δεν πρόκειται να λησμονήσουν ποτέ οι Μasters of Wine είναι το γεγονός ότι περπάτησαν στα αρχαία οινοπέδια της Νεμέας, της Τεγέας και της Αττικής, ότι γεύτηκαν τους καρπούς των υπεραιωνόβιων αυτόρριζων κλημάτων στη Σαντορίνη κι ότι απόλαυσαν μυθικά κρασιά (όπως μία Καλλίστη του 1989 ή ένα Μοσχοφίλερο Μπουτάρη του 1996) στον ίδιο τόπο όπου γεννήθηκε η μυθολογία του οίνου.

IMG_0855 (800x600)

Γι’ αυτό άλλωστε ο Robin Don MW –ένα από τα γηραιότερα μέλη του IMW–εξέλαβε την επίσκεψη στην Ελλάδα ως ''μία πραγματική εμπειρία ζωής'' ενώ ο Καλιφορνέζος Rod Smith MW, παραδέχθηκε πως ήταν ''το καλύτερο οινικό ταξίδι μου ως τώρα''. Όπως είχε προβλέψει ο Κωνσταντίνος Λαζαράκης MW, ''μετά απ’ αυτό το ταξίδι, κανένας σημαντικός παράγοντας στο διεθνές οινικό στερέωμα δεν θα δικαιούται πια να αγνοεί την ύπαρξή μας.''

***Μία ιστορία των Wine Commanders για το περιοδικό Food and Wine. Editing Νίκος Δελατόλλας.

RELATED POSTS
16 January 2013
Η οικονομική αναταραχή στην Ελλάδα έχει πείσει τους Έλληνες οινοπαραγωγούς ότι θα πρέπει να επικεντρωθούν στις εξαγωγές. Αυτό που προσφέρουν στην παγκόσμια αγορά είναι ένα εύρος καλοφτιαγμένων, οικονομικά προσιτών κρασιών, ...
16 January 2013
Το κρασί Tokaji είναι από τους πιο φημισμένους επιδόρπιους οίνους στον κόσμο, με την παραγωγή του να επικεντρώνεται στο βόρειο-ανατολικό άκρο της Ουγγαρίας, την περιοχή Tokaj-Hegyalja. Θρύλοι συχνά συνοδεύουν την ...
16 January 2013
Το Chardonnay είναι μια ποικιλία που όταν παράγεται από λιγότερο φημισμένες περιοχές, έχει την δυνατότητα να είναι και συναρπαστικό και λιγότερο ακριβό, πάντα συγκριτικά με κρασιά από τη Βουργουνδία ή ...

VIDEOS

07 May 2016
Ένα από τα πιο συνηθισμένα ελαττώματα του κρασιού είναι η οσμή φελλού (φελλομένο κρασί ή μπουσονέ). Τι είναι και πως γίνεται αντιληπτό; O Γιάννης Καρακάσης MW απαντά μέσα από τη ...

Pages